Μυθολογία

Μυθικοί και Ιστορικοί Χρόνοι

Η Αίγινα δεν έγινε γνωστή μόνο ως ισχυρό ναυτικό και εμπορικό κράτος. Πολλά χρόνια πριν, οι μύθοι την ανέδειξαν χάρη στον ενάρετο βασιλιά της, τον Αιακό, και τους απογόνους του, τους Αιακίδες. Τους μύθους αυτούς διέδωσαν σε ολόκληρη την Ελλάδα οι ύμνοι του Πινδάρου και τα έπη του Ομήρου, ενώ η Αίγινα αναφέρεται και ως πατρίδα των Θεσσαλών.

Ο Αιακός, γιος του Δία και της νύμφης Αίγινας, βασίλευσε για πολλά χρόνια στο νησί. Σύμφωνα με την παράδοση, επειδή το νησί ήταν ακατοίκητο, ο Δίας μεταμόρφωσε τα μυρμήγκια σε ανθρώπους, τους Μυρμιδόνες, και έτσι γεννήθηκε ο πρώτος λαός της Αίγινας. Ο Αιακός έγινε διάσημος για τη μεγάλη του δικαιοσύνη, την οποία εκτιμούσαν όλοι οι άρχοντες της Ελλάδας. Όταν κάποτε έπληξε την Ελλάδα μεγάλη ξηρασία ως τιμωρία των θεών, η Πυθία των Δελφών έδωσε χρησμό ότι μόνο η προσευχή του Αιακού μπορούσε να φέρει τη βροχή. Εκείνος ανέβηκε στο ψηλότερο βουνό του νησιού, παρακάλεσε τους θεούς και η βροχή ήρθε πριν ολοκληρωθεί η δέησή του. Ευγνώμων, έχτισε στο βουνό ιερό αφιερωμένο στον Ελλάνιο Δία, και από τότε το βουνό ονομάζεται Ελλάνιο Όρος.

Ο Αιακός είχε τρεις γιους: τον Πηλέα, τον Τελαμώνα και τον Φώκο, τον οποίο απέκτησε από την Ψαμάθη, θυγατέρα του θαλάσσιου δαίμονα Νηρέα. Οι δύο μεγαλύτεροι γιοι, μετά από παρότρυνση της μητέρας τους, σκότωσαν τον Φώκο σε αγώνες δισκοβολίας. Φοβούμενοι την οργή του πατέρα τους, εγκατέλειψαν το νησί: ο Πηλέας εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλία μαζί με αριθμό κατοίκων του νησιού, οι Μυρμιδόνες, ενώ ο Τελαμώνας πήγε στη Σαλαμίνα.

Αργότερα, ο Τελαμώνας επέστρεψε κρυφά στο νησί, έχτισε τάφο για τον αδικοσκοτωμένο αδελφό του και ζήτησε να απολογηθεί στον πατέρα του. Ο Αιακός δεν του επέτρεψε να βγει στη στεριά, κι έτσι ο Τελαμώνας κατασκεύασε ανάχωμα στο λιμάνι και απολογήθηκε από εκεί. Μη βρίσκοντας ικανοποιητική την απολογία, ο Αιακός αρνήθηκε να τον αθωώσει, και ο Τελαμώνας εγκαταστάθηκε οριστικά στη Σαλαμίνα. Επειδή ο Αιακός έβαλε τη δικαιοσύνη πάνω από τους συγγενικούς δεσμούς, οι αρχαίοι πίστευαν ότι μετά τον θάνατό του έγινε κριτής στον Άδη, μαζί με τον Ροδάμανθη και τον Μίνωα.

Τα εγγόνια του Αιακού, ο Αχιλλέας (γιος του Πηλέα) και ο Αίας (γιος του Τελαμώνα), ανδελλήθηκαν ως οι πιο φημισμένοι ήρωες του Τρωικού πολέμου, ενώ τα παιδιά του Φώκου εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Παρνασσού, η οποία από τότε ονομάστηκε Φωκίδα.

Αργότερα η Αίγινα εντάχθηκε στην Αμφικτιονία, που αποτελούσαν οι πόλεις Ερμιόνη, Επίδαυρος, Ναύπλιο, Πρασιές, Βοιωτικός Ορχομενός και Αίγινα, με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο. Σταδιακά το εμπόριο της Αίγινας αναπτύχθηκε και τα αιγινήτικα καράβια έφταναν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου. Κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., παράλληλα με τη συμμαχία της με τον βασιλιά του Άργους Φείδωνα, το νησί γνώρισε τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική και οικονομική του ακμή, που συνεχίστηκε έως το 459 π.Χ.

Η ανάπτυξη αυτή οφειλόταν κυρίως στη στρατηγική θέση του νησιού μπροστά στο λιμάνι του Πειραιά. Οι θαλάσσιοι δρόμοι που συνέδεαν την Αθήνα με τον υπόλοιπο γνωστό κόσμο περνούσαν υποχρεωτικά από την Αίγινα, η οποία εκμεταλλεύτηκε πλήρως αυτό το πλεονέκτημα. Ο Περικλής μάλιστα αποκαλούσε την Αίγινα «λήμη του Πειραιά».

Οι Αιγινήτες έμποροι ταξίδευαν σε όλα τα λιμάνια της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου. Στη Λυδία γνώρισαν το νόμισμα ως νέο μέσο εμπορικής συναλλαγής, και έτσι τον 8ο π.Χ. αιώνα η Αίγινα έκοψε το πρώτο αργυρό ελληνικό νόμισμα: τη Χελώνη, νόμισμα βάρους περίπου 13 γραμμαρίων με ανάγλυφη παράσταση χελώνας.

Η οικονομική ισχύς της Αίγινας εκείνη την εποχή ήταν τεράστια. Ενώ οι γειτονικές πόλεις αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η Αίγινα συνέχιζε να ελέγχει μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυτιλίας της Μεσογείου και ίδρυε ναυτικούς σταθμούς σε μακρινές περιοχές, όπως στην Κυδωνία της Κρήτης και τον Αιγινήτη στην Παφλαγονία. Χαρακτηριζόταν έτσι ως ένα από τα έντεκα μεγαλύτερα ναυτικά κρατίδια, μαζί με τη Μίλητο, τη Φώκαια, την Έφεσο, τη Σάμο, τη Λέσβο, την Κόρινθο, τη Χίο, την Αθήνα, τα Μέγαρα και την Κέρκυρα. Το νησί διέθετε μάλιστα δικά του ναυπηγεία, τα οποία εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του.

Γύρω στο 600 π.Χ., μετά τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, οι Αθηναίοι άρχισαν να στρέφονται προς το εμπόριο, χωρίς αρχικά να απειλούν την ανθούσα οικονομία της Αίγινας. Ωστόσο, τα πρώτα σύννεφα ανταγωνισμού ήδη φαίνονταν στον ορίζοντα. Το 500 π.Χ. ο πληθυσμός της Αίγινας έφτανε τους 440.000 κατοίκους, από τους οποίους οι 40.000 ήταν ελεύθεροι πολίτες.

Εκείνη την εποχή το νησί ήταν γεμάτο ιερά και ναούς, έργα διάσημων Αιγινήτων καλλιτεχνών όπως ο Κάλων, ο Ονάτας και ο Αναξαγόρας. Τα έργα τους στόλιζαν τους ναούς της Αίγινας, αφιερωμένους στον Δελφίνιο Απόλλωνα, στην Αφαία, την Αφροδίτη και την Εκάτη, αλλά και πολλά ιερά σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Ιταλία. Ιδιαίτερης αξίας θεωρούνται τα γλυπτά των αετωμάτων του ναού της Αφαίας, τα οποία σήμερα — με την ίδια θλιβερή μοίρα που έχουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα — φυλάσσονται εκτός του φυσικού τους χώρου, στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Η σταδιακή άνοδος της Αθήνας και η επέκταση του αθηναϊκού εμπορίου άρχισαν να ανησυχούν σοβαρά τους Αιγινήτες. Οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο πόλεων δεν ήταν μόνο οικονομικές και ναυτιλιακές: στην Αθήνα κυριαρχούσαν οι Δημοκρατικοί, ενώ στην Αίγινα οι Ολιγαρχικοί, που ελέγχονταν από τους εμπόρους και τους κεφαλαιούχους αστούς.